Με έναν σύντροφο απο ατσάλι , ασημένιο
χαμόγελο στο κόκκινο που έπεφτε το φώς
μπροστά σ' έναν υπάλληλο εμβρόντητο , χεσμένο
δεν θέλεις να με δείς μικρέ να γίνομαι κακός.
Μια βόλτα πάνω απ' το όριο και δίχως υποσχέσεις
τα κύματα που σκάγανε στα βράχια μου χες πει
πως δεν γνωρίζουν σίδερα κι αν θέλεις να τα δέσεις
θα πρέπει μ΄ένα σάβανο να ντύσεις την ζωή.
Χιλιόμετρα αχόρταγα κι ο ήχος των βαλβίδων
στο αίμαι κατακόκκινο σκληρό ναρκωτικό
το ρεύμα των αδάμαστων γλυκό των καταιγίδων
που τρέχει μες στις φλέβες μας καυτό και μυστικό.
Tattoo στην πλάτη ανάγνωσμα δυο λέξεις Ινδιάνων
τοτέμ , κορμιά ολόγυμνα λευκά κι ηδονικά
οι στίχοι μας δεν μοιάζουνε μ΄ εκείνους των ζητιάνων
που απλώνουνε το χέρι τους στον κόσμο δουλικά.
Ιδέες που αραχνιάσανε στοιχειώνουν τα βιβλιά
αξίες που πληρώσαμε με τύψεις και ντροπή
βαμπίρ - δασκάλοι ανέραστοι με βία στα σχολεία
διδάσκουνε στα νήπια τι είναι υποταγή.
Στο σπίτι σου εγκατέστεισα τα χρώματα του δρόμου
κι εκίνο το κακόμοιρο που είχες στο κλουβί
πουλάκι το μαγείρεψα να έβλεπες του κόσμου
τα μάτια πόσο είχανε καλή μου φοβηθεί.
Σελίδες δεν γυρίζουνε ξερές τα δάχτυλά μου
μα ξέρουνε στις ρώγες σου να βρίσκουν την φωτιά
που καίει τον ορίζοντα και φέρνει στα όνειρά μου
του έρωτα του άγριου ωμή των μυρωδιά.
Στα μπάσα των ηχείων σου φαλτσάρουν οι εντολές μου
τα "όχι" καταρρέουνε σαν πύργοι από χαρτί
που πήγανε με ρώτησες γελώντας οι αρχές μου
καθώς με ανακάλυψες εκεί που είχα κρυφτεί.
Στα κύματα γυρεύοντας τα ονόματα των βράχων
που βλεπω σε οράματα να στέκουν σιωπηλοί
στην όχθη ενός παράδεισου σκορπιών κι ανθρωποφάγων
κι απάνω τους η φλόγα μου μια μέρα θα χαθεί.
Μα εγώ έχω έναν σύντροφο παλιό κι αγαπημένο
που λύνει με το στόμα του του Κόσμου την σιωπή
με σπρώχνει μα σαν άγγελος εγώ των περιμένω
να πάρει αυτή που έρχεται την μίζερη ζωή.
Wednesday, May 11, 2011
Κελί
Νομίζανε οι φύλακες
πως τα κλειδιά κρατούσαν
του χρόνου ή της μοίρας
και μόνο
τον θάνατο περίμενε κλεισμένος στο κελί του.
Νομίζανε και οι άνθρωποι
πως μπορουσαν να ζήσουνε μόνοι.
Και τα βουνά κοιτούσαν.
Κάθε απόγευμα
η ζωή στην πλατεία
συνεχιζόταν αδιάφορη.
Και τα παιδιά μεγαλώναν αργά
ακούγοντας ιστορίες μυστήριες
γύρω από το αναμμένο τζάκι.
Όπως φυσάει τον καπνό
και τον σκορπάει τ' αέρι
αιώνες τώρα καρτερώ
στον ουρανό τ ΄αστέρι
που θα φωτίσει τις πληγές
και των σπαθιών τις λόγχες
στην Γη θ' ανάψει τις φωτιες
και στων ματιων τις κογχες
θ ' αναστηθούνε οι νεκροί
και οι προδομένοι χρόνοι
κι Αυτη θα φέρει το κλειδι
ντυμένη το ασπρο χιόνι.
Και οι άνθρωποι
νομιζανε πως μπορουσαν να ζησουνε μονοι...
Και οι αιώνες γυρνούσαν...
Η μικρή μας πλατεία καταπιε τα αγάλματα
και άλλαξε τρόπους.
Και ας μην το θυμάται.
Η Ελένη περπατάει αδιάφορη ,
τα παιδιά στα σχολεία
και τα βουνα που κοιτούσαν.
Γίνανε τώρα ο τόπος των άλλων.
Τα βράδια ο καπνός σκεπάζει την πόλη
και οι ιστορίες που ακούσαμε αιώνες μακριά
τρυπανε τα όνειρα
αυτων που πιστεύουν.
Για εκείνη.
Ειναι η πεταλουδα
με τις στροφες στα φτερα
και διχως το σωμα
και ουτε τα ματια
και αρκει η φωνη της
να κανει του Κοσμου
απεραντους δρομους
σαν φυλλα
να τρεμουν.
ΠΙΣΤΗ και
ΥΠΟΤΑΓΗ.
Και να , καπως έτσι
σημιουργηθήκανε οι πλανήτες.
Και εμεις στα φτερα της
ταξιδεύουμε
ακομη...
Θ ' αναστηθούνε οι νεκροί
και οι προδομένοι χρόνοι
κι Αυτη θα φέρει το κλειδι
ντυμένη το ασπρο χιόνι
θα 'χει απ' ατσαλι στα φτερα
σπειροειδεις νευρωνες
τους γαλαξιες στην σειρα
κι οι αγριοι χειμωνες
θα ναι στολιδια , θα φορα
ηχο να σε κοιμιζει
των καταιγίδων η Κυρα
την μοναξια π' οριζει.
Όπως φυσάει τον καπνό
και τον σκορπάει τ' αέρι
αιώνες τώρα καρτερώ
στον ουρανό ενα αστέρι...
πως τα κλειδιά κρατούσαν
του χρόνου ή της μοίρας
και μόνο
τον θάνατο περίμενε κλεισμένος στο κελί του.
Νομίζανε και οι άνθρωποι
πως μπορουσαν να ζήσουνε μόνοι.
Και τα βουνά κοιτούσαν.
Κάθε απόγευμα
η ζωή στην πλατεία
συνεχιζόταν αδιάφορη.
Και τα παιδιά μεγαλώναν αργά
ακούγοντας ιστορίες μυστήριες
γύρω από το αναμμένο τζάκι.
Όπως φυσάει τον καπνό
και τον σκορπάει τ' αέρι
αιώνες τώρα καρτερώ
στον ουρανό τ ΄αστέρι
που θα φωτίσει τις πληγές
και των σπαθιών τις λόγχες
στην Γη θ' ανάψει τις φωτιες
και στων ματιων τις κογχες
θ ' αναστηθούνε οι νεκροί
και οι προδομένοι χρόνοι
κι Αυτη θα φέρει το κλειδι
ντυμένη το ασπρο χιόνι.
Και οι άνθρωποι
νομιζανε πως μπορουσαν να ζησουνε μονοι...
Και οι αιώνες γυρνούσαν...
Η μικρή μας πλατεία καταπιε τα αγάλματα
και άλλαξε τρόπους.
Και ας μην το θυμάται.
Η Ελένη περπατάει αδιάφορη ,
τα παιδιά στα σχολεία
και τα βουνα που κοιτούσαν.
Γίνανε τώρα ο τόπος των άλλων.
Τα βράδια ο καπνός σκεπάζει την πόλη
και οι ιστορίες που ακούσαμε αιώνες μακριά
τρυπανε τα όνειρα
αυτων που πιστεύουν.
Για εκείνη.
Ειναι η πεταλουδα
με τις στροφες στα φτερα
και διχως το σωμα
και ουτε τα ματια
και αρκει η φωνη της
να κανει του Κοσμου
απεραντους δρομους
σαν φυλλα
να τρεμουν.
ΠΙΣΤΗ και
ΥΠΟΤΑΓΗ.
Και να , καπως έτσι
σημιουργηθήκανε οι πλανήτες.
Και εμεις στα φτερα της
ταξιδεύουμε
ακομη...
Θ ' αναστηθούνε οι νεκροί
και οι προδομένοι χρόνοι
κι Αυτη θα φέρει το κλειδι
ντυμένη το ασπρο χιόνι
θα 'χει απ' ατσαλι στα φτερα
σπειροειδεις νευρωνες
τους γαλαξιες στην σειρα
κι οι αγριοι χειμωνες
θα ναι στολιδια , θα φορα
ηχο να σε κοιμιζει
των καταιγίδων η Κυρα
την μοναξια π' οριζει.
Όπως φυσάει τον καπνό
και τον σκορπάει τ' αέρι
αιώνες τώρα καρτερώ
στον ουρανό ενα αστέρι...
Subscribe to:
Posts (Atom)